Λατινικές Λέξεις στην Ελληνική Γλώσσα
Λατινικές Λέξεις στην Ελληνική Γλώσσα
| αδρεναλίνη | ad + renes | ορμόνη που παράγεται από τα επινεφρίδια και παίζει σημαντικό ρόλο σε διάφορες λειτουργίες του οργανισμού |
| αγκιτάτσια | agitatio | τρόπος πολιτικού επηρεασμού των μαζών με ομιλίες, συλλαλητήρια, εισηγήσεις, βιβλία, άρθρα κτλ. | η διάδοση των αρχών κόμματος στις εργατικές οργανώσεις |
| αγκιτάτορας | agitator | αυτός που κινητοποιεί τις μάζες για τη διεκδίκηση πολιτικών ή κοινωνικών αιτημάτων |
| αζαλέα | azalea | ανθοφόρο, καλλωπιστικό φυτό |
| ακαλίγωτος | α+caliga | απετάλωτος |
| ακουάριο | aquarium | το ενυδρείο |
| αλμπινισμός | albus | συγγενής έλλειψη της χρωστικής του δέρματος, που παρατηρείται σ’ όλες τις φυλές και σε ζώα, κατά την οποία ο πάσχων έχει λευκό δέρμα ή λευκές κηλίδες, λευκά μαλλιά και μάτια |
| αλουμίνα | alumina | οξείδιο του αλουμινίου |
| αλουμίνιο | aluminium | ελαφρό, στιλπνό, αργυρόλευκο και ανοξείδωτο μέταλλο |
| αλφισμός | albus | συγγενής έλλειψη της χρωστικής του δέρματος, που παρατηρείται σ’ όλες τις φυλές και σε ζώα, κατά την οποία ο πάσχων έχει λευκό δέρμα ή λευκές κηλίδες, λευκά μαλλιά και μάτια |
| ανιμισμός | anima | πρωτόγονη δοξασία, σύμφωνα με την οποία όλα τα όντα, τα φαινόμενα και τα πράγματα έχουν ανθρωπομορφική ψυχή, και η λατρεία τους | φιλοσοφική θεωρία που δέχεται ότι η ψυχή αποτελεί τη βασική αρχή της σκέψης και της οργανικής ζωής |
| αντίδι | intubus | είδος λαχανικού |
| αντιμήνσιο | mensa | αγιασμένο ύφασμα που απλώνεται πάνω στην Αγία Τράπεζα, για να τελεστεί το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, ή που αντικαθιστά την Αγία Τράπεζα |
| αξίνα | ascia | εργαλείο για σκάψιμο, πλατύ και κοφτερό από τη μια μεριά |
| αποστεριόρι | a posteriori | εκ των υστέρων |
| Απρίλιος | aprilis | τέταρτος μήνας του έτους |
| απριόρι | a priori | το από πριν δεδομένο, που δε βασίζεται στην εμπειρία, από προκατάληψη, αντίθετα προς τα πραγματικά δεδομένα |
| απριορισμός | apriorismus | μέθοδος του a priori συλλογισμού |
| αρένα | arena | έκταση καλυμμένη με άμμο στο κέντρο των ρωμαϊκών αμφιθεάτρων όπου αγωνίζονταν οι μονομάχοι |
| άρμα | arma | όπλο κάθε είδους, οπλισμός |
| αρμάρι | armarium | το ντουλάπι |
| αρματούρα | armatura | οπλισμός, πανοπλία, αρματωσιά | ξύλινη ή μεταλλική κατασκευή για στήριξη, σκελετός |
| αρμόνιο | harmonium | μουσικό όργανο πληκτροφόρο, παρόμοιο με το κλειδοκύμβαλο |
| άσπρα | asprum | χρήματα, η χρηματική περιουσία |
| άσπρος | asper | λευκός |
| αταβισμός | atavus | το βιολογικό φαινόμενο της κληρονομήσεως ιδιοτήτων από πρόγονο που απέχει δύο ή περισσότερες γενεές |
| ατζέντα | agenda | ημερολόγιο τσέπης που χρησιμεύει και ως σημειωματάρι |
| άτριο | atrium | στεγασμένος χώρος της ρωμαϊκής οικίας στον οποίο οδηγούσαν τα υπόλοιπα δωμάτια, πρόδομος |
| Αύγουστος | Augustus | ο όγδοος μήνας του έτους από τον τίτλο του Ρωμαίου αυτοκράτορα Γαΐου Οκταβιανού |
| βαβούλι | valvulus | κάλυκας άνθους, μπουμπούκι |
| βάγια | bajula | τροφός, παραμάνα |
| βάκιλος | bacillus | γένος αερόβιων ή αναερόβιων ραβδόμορφων βακτηρίων |
| βαλεριάνα | valeriana | φαρμακευτικό φυτό |
| βάνδαλος | Vandalus | άνθρωπος βάρβαρος και απειρόκαλος |
| βαρβάτος | barbatus | ο ένορχις, ικανός για γενετήσιο οργασμό, άξιος, δραστήριος |
| βάρκα | barca | λέμβος, μικρό σκάφος, που κινείται με κουπιά ή πανιά |
| βερίκοκο | praecox | καρπός της βερικοκιάς |
| βερνίκι | vernicium | λιπαρό ή ρευστό παρασκεύασμα με το οποίο επαλείφονται ξύλινα, μετάλλινα ή δερμάτινα αντικείμενα για προστασία ή στίλβωση |
| βέσπα | vespa | δίκυκλο μηχανοκίνητο όχημα |
| βεστιάριο | vestiarium | χώρος θέατρο που χρησιμεύει για να αφήνουν οι θεατές τα πανωφόρια, τσάντες κτλ. πριν από την παράσταση |
| βετεράνος | veteranus | έμπειρος, πεπειραμένος |
| βέτο | veto | άρνηση επικύρωσης μιας αποφάσεως, αρνησικυρία |
| βετούλι | vitulus | κατσικάκι νεογέννητο, που δεν έχει συμπληρώσει ένα χρόνο ζωής |
| βιβάρι | vivarium | ιχθυοτροφείο, διβάρι |
| βίγλα | vigilia | σκοπιά, φυλάκιο σε δεσπόζουσα θέση |
| βιγλάτορας | vigilator | φρουρός οπλισμένος, σκοπός |
| βίντεο | video | ο μηχανισμός αναπαραγωγής των τηλεοπτικών εικόνων, συσκευή για τη εγγραφή βίντεο |
| βίσονας | bison | είδος άγριου βοδιού |
| βλατί | blatta | μεταξωτό πανί |
| βλάττη | blatta | η κατσαρίδα |
| βόας | boa | είδος μεγάλου φιδιού |
| βούκα | bucca | μπουκιά |
| βούκινο | bucina | κοχύλι χρησιμοποιούμενο ως σάλπιγγα, σάλπιγγα από μέταλλο ή από κέρατο βοδιού |
| βούλα | bulla | η σφραγίδα και το αποτύπωμά της |
| βουλκάνος | Vulcanus | το ηφαίστειο |
| βούργια | bulga | σακίδιο δερμάτινο ή μάλλινο, ταγάρι, ντορβάς |
| βραγιά | bradia | πρασιά |
| βράκα | braca | φαρδύ πανταλόνι από τη μέση ως τα γόνατα, σαλβάρι, βρακί |
| βράκτιο | bractea | φύλλο που από τη μασχάλη του βλασταίνει ανθικός κλώνος |
| βραχιόλι | bracchiale | κόσμημα για το μπράτσο |
| γαβάθα | gavata | ωριάτικο πιάτο βαθύ, πήλινο ή ξύλινο |
| γαϊτάνι | gaitanum | μεταξωτό κορδόνι για τη διακόσμηση φορεμάτων |
| γαρδούμπα | caldumen | έδεσμα από έντερα αρνιού ή κατσικιού, σχηματισμένα σε πλεξούδες και ψημένα στο φούρνο |
| γαρίφαλο | garofulum | το άνθος της γαριφαλιάς |
| γεντιανή | gentiana | είδος φαρμακευτικού φυτού |
| γερουνδιακό | gerundivum | γερούνδιο, ρηματικός τύπος της λατινικής γλώσσας αντίστοιχος προς τις πλάγιες πτώσεις του ενάρθρου απαρεμφάτου της Ελληνικής |
| γλοίωμα | glioma | νεόπλασμα που αποτελείται από κύτταρα της νευρολογίας, του ιστού που στηρίζει και προστατεύει τα νευρικά κύτταρα |
| γονόκοκκος | gonococcus | παθογόνο μικρόβιο |
| γούλα | gula | ο οισοφάγος, ο πρόλοβος των πουλιών |
| γούνα | γούνα | κατεργασμένο δέρμα ζώου με μαλακό τρίχωμα |
| δεκανέας | decanus | ο κατώτερος βαθμούχος του στρατού |
| δεκανίκι | decanus | ψηλό ραβδί, με οριζόντιο στήριγμα στο ύψος της μασχάλης, που το χρησιμοποιούν οι ανάπηροι |
| Δεκέμβριος | december | ο δέκατος μήνας του ρωμαϊκού έτους |
| δευτερανωπία | deuteranopia | διαταραχή κατά την οποία ο ασθενής αδυνατεί να ξεχωρίσει το πράσινο (δεύτερο βασικό) χρώμα |
| δηνάριο | denarius | νομισματική μονάδα της πρώην Γιουγκοσλαβίας, της Περσίας |
| διαφεντεύω | defendo | εξουσιάζω, διοικώ, κυβερνώ |
| δικτάτορας | dictator | αρχηγός κράτους που κατέλαβε την εξουσία κατά παράβαση της νομιμότητας |
| δίσεκτος | bis sextus | που έχει 366 ημέρες, χρονιά ή χρονική περίοδος δυστυχίας |
| δόκτορας | doctor | ο κάτοχος διδακτορικού διπλώματος, γιατρός, δόκτωρ |
| δομέστικος | domesticus | ανώτερο αξίωμα της βυζαντινής αυλής και του στρατού |
| δον | dominus | τιμητικός τίτλος στην Ισπανία |
| δούκας/ισσα | dux | ηγεμόνας μικρού κράτους |
| δραγόνος | drago-onis | πολεμιστής που ανήκει σε ειδικό σώμα ελαφρού ιππικού |
| δρουγγάριος | drungarius | βυζαντινό διοικητικό αξίωμα |
| ε/βίβα | viva | ευχή αυτού που πίνει προς τους συμπότες τους |
| έδικτον | edictum | διάταγμα |
| ειδοί | idus | η 15η ημέρα των μηνών Μαρτίου, Μαΐου, Ιουλίου και Οκτωβρίου και η 13η των υπόλοιπων στο ρωμαϊκό ημερολόγιο |
| ελαστικός | elasticus | έχει την ιδιότητα να εκτείνεται και να επανέρχεται στις αρχικές του διαστάσεις |
| ένστικτο | instinctus | έμφυτη παρόρμηση στους ανθρώπους και στα ζώα |
| έξτρα | extra | εξαιρετικός, παραπάνω, επιπλέον |
| ερμητικός | hermeticus | αδιαπέραστος, στεγανός |
| ευκάλυπτος | eucalyptus | αειθαλές δέντρο με φύλλα που δίνουν φαρμακευτικό έλαιο |
| Ιανουάριος | Ianuarius | από τον Ianus θεός των Ρωμαίων στον οποίο ήταν αφιερωμένος ο μήνας αυτός |
| ιβίσκος | hibiscus | το καλλωπιστικό φυτό ρόδον το σινικόν |
| ίγγλα | cingula | ζώνη για το δέσιμο του σαμαριού στο ζώο, ίγκλα |
| ινδικτιών | indictio | ίνδικτος, δεκαπενταετής χρονικός κύκλος, βασική χρονολογική μονάδα για το Βυζάντιο και τη Δύση, ως το τέλος του Μεσαίωνα |
| ινδικτιών | indictio | ίνδικτος, δεκαπενταετής χρονικός κύκλος, βασική χρονολογική μονάδα για το Βυζάντιο ως το τέλος του Μεσαίωνα |
| ινκόγκνιτο | incognitus | ανεπίσημα, κρυφά |
| ινστιτούτο | institutum | ίδρυμα επιστημονικό, τεχνικό ή εκπαιδευτικό ανώτερου επιπέδου |
| ινστρούχτορας | instructor | καθοδηγητής, συμβουλάτορας |
| ίντεξ | index | αλφαβητικός πίνακας ονομάτων, όρων κτλ. στο τέλος βιβλίου |
| ιντερμέδιο | intermedium | αυτοτελές κομμάτι που παρεμβάλλεται ανάμεσα στις πράξεις θεατρικού ή στα μέρη μουσικού έργου |
| ιντερμέτζο | intermedium | αυτοτελές κομμάτι που παρεμβάλλεται ανάμεσα στις πράξεις θεατρικού ή στα μέρη μουσικού έργου |
| Ιούλιος | Iulius (Caesar) | όνομα αυτοκράτορα προς τιμήν του οποίου το όνομα του μήνα |
| Ιούνιος | Iunius | θεά στην οποία ήταν αφιερωμένος ο μήνας |
| ίσκα | esca | είδος μύκητα που τον ξέραιναν και τον χρησιμοποιούσαν, παλαιότερα, για να ανάβουν το τσακμάκι |
| ιώδιο | iodum | χημικό στοιχείο μεταλλοειδές, φαρμακευτικό σκεύασμα, που χρησιμοποιείται ως αντισηπτικό |
Λατινικές Λέξεις στην Ελληνική Γλώσσα
2 Comments


Ψάχνοντας για τη λέξη atavus βρέθηκα στο γλωσσάριο αυτό και βρήκα τη λέξη που αναζητούσα , όπου αναφέρεται μεταξύ άλλων για την ερμηνεία του όρου η λέξη “κληρονομήσεως”, πράγμα το οποίο με ξένισε. Δεν υπάρχει όρος τέτοιος . Μήπως θέλετε να πείτε, “κληρονομίας” ;
Να μην σας φανεί παράξενο, είναι απλά η παλιά μορφή της λέξης, πρέπει να είναι καθαρεύουσα (της κληρονόμησης ή της κληρονομήσεως, είναι το ίδιο) είναι η λόγια μορφή γι’ αυτό και τις χρησιμοποιούν που και που. Κληρονομικότητα θέλει να πει ο ποιητής…