Λατινικές Λέξεις στα Ελληνικά
| | ΕΛΛΗΝΙΚΑ | Δεν υπάρχουν Σχόλια
Λατινικές Λέξεις στα Ελληνικά
| καβαλικεύω | caballico | ανεβαίνω σε άλογο ή άλλο υποζύγιο, ξέρω ιππασία |
| καβαλάρης/ισσα | caballarius | ιππέας, έφιππος |
| καβάλα | caballus | η ιππασία, το ιππικό |
| καβαλίνα | caballinus | η κοπριά του αλόγου και των άλλων υποζυγίων |
| καγκελάριος | cancellarius | τίτλος του πρωθυπουργού ή του υπουργού εξωτερικών σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες |
| κάγκελο | cancellum | σιδερένιο περίφραγμα, κιγκλίδωμα |
| καζουιστικός | casus | αναφερόμενος σε διάφορες περιπτώσεις της πρακτικής ζωής |
| καίσαρας | caesar | τίτλος Ρωμαίων αυτοκρατόρων |
| καλαμάρι | calamaria | μελανοδοχείο, κεφαλόποδο μαλάκιο |
| κάλαντα | calendae | εθιμικά τραγούδια, που τα τραγουδούν παιδιά κατά τις παραμονές των μεγάλων γιορτών |
| καλαντάρι | calendarium | ημερολόγιο, ημεροδείκτης, καλενδάριον |
| καλένδες | calendae | στους Ρωμαίους, η πρώτη μέρα κάθε μήνα |
| κάμαρα | camara | δωμάτιο, κάμαρη |
| καμβάς | canava | αραιά πλεγμένο χοντρό ύφασμα για κεντήματα |
| κάμερα | camara | δωμάτιο |
| καμπάνα | campana | κοίλο μεταλλικό αντικείμενο με πλατύ άνοιγμα από κάτω, το οποίο, όταν χτυπά τα τοιχώματά του το μεταλλικό γλωσσίδι που κρέμεται στο εσωτερικό του, αναδίδει παλμώδη ήχο |
| καμπαναριό | campanarium | πυργίσκος εκκλησίας στην οροφή του οποίου είναι κρεμασμένη ή κρεμασμένες οι καμπάνες, κωδωνοστάσιο |
| κάμπος | campus | πεδιάδα |
| κανάλι | canalis | αυλάκι, διώρυγα, οχετός |
| κανάτα | cannata | πλατύστομο δοχείο από πηλό, γυαλί ή πορσελάνη, για νερό ή κρασί |
| κάνουλα | cannula | ξύλινος ή μεταλλικός σωλήνας με στρόφαλο για την εκροή υγρού |
| καντήλα | candela | κρεμαστό λυχνάρι στις εκκλησίες και στα εικονοστάσια των σπιτιών |
| κάπα | cappa | χοντρό πανωφόρι των χωρικών, γυναικείο πανωφόρι, φαρδύ και μακρύ, χωρίς μανίκια, είδος μπέρτας |
| καπίστρι | capistrum | το χαλινάρι των υποζυγίων |
| καπούλι | scapula | τα οπίσθια των μεγάλων τετράποδων |
| κάρβουνο | carbo | μαύρο ορυκτό που χρησιμοποιείται ως καύσιμη ύλη, άνθρακας, απανθρακωμένο ξύλο |
| καρδινάλιος | cardinalis | τίτλος ανώτερων κληρικών της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας |
| καρένα | carina | το κατώτερο μέρος του σκελετού του πλοίου, η τρόπιδα, καρίνα |
| κασίδα | cassis | πάθηση του τριχωτού της κεφαλής που χαρακτηρίζεται από τριχόπτωση |
| κάστα | castus | κοινωνική τάξη, ομάδα, συνήθως κλειστή, ατόμων που διαδραματίζουν ιδιαίτερο ρόλο, πολιτικό, επαγγελματικό, εθνικό |
| κάστρο | castrum | φρούριο |
| κατσί | cattus | το γατάκι |
| κατσούλα | casula | κωνικό κάλυμμα της κεφαλής, σκούφια, κουκούλα |
| καφέα | coffea | φυτό της οικογένειας των ρουβιιδών που δίνει τον καφέ |
| κάψα | capsa | θήκη, στερεό περίβλημα |
| καψούλα | capsula | μικρή θήκη από ζύμη ή ζελατίνα για τα φάρμακα που έχουν δυσάρεστη γεύση |
| κβάντα | quantum | η στοιχειώδης ποσότητα εκπεμπόμενης ακτινοβολίας |
| κελί | cella | θάλαμος, δωμάτιο μοναχού σε μοναστήρι, δωμάτιο φυλακισμένου |
| κι/στέρνα | cisterna | δεξαμενή για τα νερά της βροχής |
| κιρκαδιανός | circum + dies | αναφερόμενος στο βιολογικό ρυθμό με περίοδο το ημερονύχτιο, κιρκάδιος |
| κιρκάνιος | cicrum + annus | ο αναφερόμενος σε βιολογικό ρυθμό με περίοδο ένα έτος |
| κίτρο | citrus | ο καρπός της κιτριάς |
| κίτρος | citrus | γένος εσπεριδοειδών φυτών |
| κλάπα | clava | ξύλο ή έλασμα που συνδέει δύο ή περισσότερες σανίδες |
| κλάση | classis | σύνολο ατόμων ή πραγμάτων που αποτελούν μέρος όλου, τάξη |
| κλασικός | classicus | που ανήκει στην ανώτατη τάξη, επιφανής, άριστος |
| κλεισούρα | clausura | στενή διάβαση ανάμεσα σε βουνά ή σε δύσβατους τόπους |
| κολάστρα | colostrum | το πρώτο γάλα μετά τον τοκετό, πρωτόγαλα |
| κολέγιο | collegium | τύπος σχολής μέσης εκπαιδεύσεως, συνήθως με οικοτροφείο |
| κολεκτίβα | collectivus | ένωση εργατών σύμφωνα με το σοσιαλιστικό κοινωνικοοικονομικό σύστημα, κολεχτίβα |
| κολίγας | collega | ο καλλιεργητής ξένου κτήματος ή βοσκός ξένου κοπαδιού, που μοιράζεται τα προϊόντα με τον ιδιοκτήτη, συνεταίρος, κολίγος |
| κόμης | comes | τίτλος ευγενείας, κόντες |
| κομισάριος | commissarius | επίτροπος |
| κόμισσα | comes | τίτλος ευγενείας, κόντες |
| κομουνίζω | communis | ρέπω προς τον κομουνισμό, συμπαθώ τις κομουνιστικές θεωρίες |
| κόμπρα | cobra | είδος φαρμακερού φιδιού |
| κόνικλος | cuniculus | κουνέλι |
| κονκλάβιο | conclave | αίθουσα συνεδριάσεως των καρδιναλίων, το συνέδριο των καρδιναλίων για την εκλογή νέου πάπα |
| κονκορδάτο | concordatum | συνθήκη μεταξύ πάπα και κοσμικής εξουσίας για θρησκευτικές υποθέσεις |
| κονσόρτσιουμ | consortium | σύμπραξη επιχειρήσεων για κοινή δράση, σύμπραξη τραπεζών για τη χορήγηση δανείων σε χώρες, επιχειρήσεις κτλ. ή τη διενέργεια ορισμένων εργασιών |
| κοοπτάτσια | cooptatio | μέθοδος εκλογής μελών με την ψήφο των ήδη μελών |
| κοράλλι | corallum | ζωόφυτο της θάλασσας |
| κόρδα | chorda | χορδή μουσικού οργάνου, νεύρο, κόρντα |
| κορόνα | corona | στέμμα, διάδημα ηγεμόνα, εθνόσημο, θυρεός |
| κουβέντα | conventus | ομιλία, συνομιλία, συνδιάλεξη |
| κουβούκλιο | cubiculum | μικρός θόλος που στηρίζεται σε λεπτές κολόνες |
| κούκλα | cuculla | μικρό ομοίωμα ανθρώπου |
| κουκούλα | cuculla | καλύπτρα της κεφαλής |
| κουλτούρα | cultura | πνευματικός πολιτισμός, καλλιέργεια, μόρφωση, πνευματική ανάπτυξη |
| κουμάρι | cucuma | πήλινο αγγείο νερού, κανάτι |
| κουμούλος/α | cumulus | σωρός |
| κούπα | cupa | μεγάλο ποτήρι, χαρτί της τράπουλας με κόκκινο σύμβολο σε σχήμα καρδιάς |
| κούρβα | curva | πόρνη |
| κούρβουλο | curvus | ξερό κλήμα, κατάλληλο για καύσιμη ύλη |
| κουρέλι | corellum | κομμάτι από πολύ παλιό ύφασμα, φθαρμένο ρούχο |
| κούρμπα | currus | καμπή, καμπύλη |
| κουρσεύω | cursus | ενεργώ πειρατική καταδρομή, λεηλατώ, λαφυραγωγώ |
| κουρτίνα | cortina | ύφασμα που κρεμιέται από σταθερή βάση μπροστά σε παράθυρο ή πόρτα, παραπέτασμα |
| κουστωδία | custodia | στρατιωτική ή αστυνομική φρουρά, συνοδεία, ακολουθία |
| κούτρα | scutra | μέτωπο, κούτελο, κεφάλι |
| κρεβάτι | grabatus | είδος επίπλου με στρώμα, στο οποίο κοιμάται ή αναπαύεται κάποιος, κλίνη |
| κρεματόριο | crematorium | κλίβανος για την αποτέφρωση νεκρών |
| κρούστα | crusta | στερεοποιημένη επιφάνεια ουσίας, η πέτσα, η κόρα, το κάκαδο πληγής |
| κώδικας | codex | σύνολο χειρογράφων σε πάπυρο, περγαμηνή ή χαρτί σε σχήμα βιβλίου |
| κωδίκελος | codicillus | έγγραφο που συμπληρώνει ή τροποποιεί διαθήκη |
| λάβαρο | labarum | είδος σημαίας των Ρωμαίων και των Βυζαντινών |
| λάβδανο | la(v)danum | οπιούχο φάρμακο, κατευναστικό για τους κοιλιακούς πόνους, λάβντανο |
| λάκα | lacca | ύλη φυτική από δένδρα της Άπω Ανατολής με την οποία διακοσμούνται ή βάφονται πολυτελή αντικείμενα |
| λακέρδα | lacerta | κομμάτια παλαμίδας διατηρημένα σε άρμη |
| λανάρα/ι | lanarius | εργαλείο για το ξάσιμο του μαλλιού |
| λάπαθο | lapathum | ποώδες φαγώσιμο φυτό, λάπατο |
| λαράριο | lararium | το ιερό και η κατοικία των Λαρήτων, προστατευτικών θεοτήτων της ρωμαϊκής θρησκείας |
| λαρδί | lar(i)dum | χοιρινό λίπος παστό ή καπνιστό |
| λατέξ | latex | ο γαλακτώδης χυμός κομμιοφόρων δέντρων, λατικόν |
| λατίνι | alatus | τριγωνικό πανί, πλοίο που φέρει τέτοια πανιά |
| λατιφούντιο | latifundium | μεγάλο αγρόκτημα |
| λεγάτος | legatus | πρεσβευτής του Πάπα |
| λεγεώνα | legio | στρατιωτικό σώμα των αρχ. Ρωμαίων, που αποτελούνταν από 6.000 άνδρες |
| λεγεωνάριος | legionarius | οπλίτης λεγεώνας |
| λέκτορας | lector | στην καθολική εκκλησία, αναγνώστης, πανεπιστημιακός δάσκαλος |
| λεοπάρδαλη | leopardus | σαρκοβόρο θηλαστικό ζώο από τα αιλουροειδή, λεόπαρδος |
| λεύγα | leuga | μονάδα μετρήσεως μήκους, ίση με πέντε χιλιόμετρα περίπου ή τρία ναυτικά μίλια |
| λίβελος | libellus | δυσφημιστικό ή υβριστικό δημοσίευμα |
| λίβρα | libra | μέτρο βάρους και χωρητικότητας με ποικίλες τιμές κατά τόπους και εποχές, λίμπρα |
| λίμπιντο | libido | ζωτική ορμή που αποτελεί την πρωτογενή αιτία κάθε ανθρώπινης ενέργειας και εκδηλώνεται, κυρίως, με τον ερωτισμό |
| λιξούρης | lixa | λαίμαργος, λιχούδης |
| λογάριθμος | logarithmus | μαθηματική έννοια σχετική με τον εκθέτη δυνάμεως |
| λουκάνικο | lucanicum | είδος αλλαντικού |
| λουξ | lux | μονάδα φωτισμού επιφανείας του διεθνούς μετρικού συστήματος |
| λουρί | lorum | στενή δερμάτινη ζώνη για διάφορες χρήσεις, λωρίον |
| λουρίδα | lorum | στενή ταινία από δέρμα, ύφασμα, χαρτί | στενό και μακρύ τμήμα μιας επιφάνειας, λώρος |
| λουρίκι | lorica | μεταλλικός θώρακας των στρατιωτών στο Βυζάντιο |
| μάγιστρος | magister | το ανώτατο αξίωμα της πολιτικής και στρατιωτικής ιεραρχίας στο Βυζάντιο, που πολύ συχνά συνδυαζόταν και με άλλο αξίωμα |
| μάγκας | mango | άτακτος στρατιώτης κατά την επανάσταση του 1821, αλήτης, καταφερτζής, νταής |
| μάγουλο | magulum | το πλάγιο μέρος του προσώπου, η παρειά |
| μαικήνας | Maecenas | πλούσιος προστάτης των γραμμάτων και των τεχνών ή ορισμένου καλλιτέχνη, λογίου κτλ |
| μακαρονικός | macaronicus | για συγγραφέα, που μεταχειρίζεται μακαρονισμούς (χρησιμοποίηση εξεζητημένων ή αδόκιμων αρχαϊσμών) |
| μακεδονήσι | macedonense | ο μαϊντανός |
| μακελάρης/ισσα | macellarius | σφαγέας ζώων, κρεοπώλης |
| μακελειό | macellum | σφαγείο |
| μάνικα | manicae-arum | μακρύς υδροσωλήνας από καουτσούκ ή ύφασμα |
| μανίκι | manica | το μέρος του φορέματος που περιβάλλει τα χέρια, χειρίς |
| μανουάλι | manuale | μεγάλο κηροπήγιο των χριστιανικών ναών |
| μαντάτο | mandatum | άγγελμα, είδηση |
| μαντίλι | mantelium | μικρό τετράγωνο ύφασμα για καθάρισμα των ματιών, της μύτης | καλύπτρα της κεφαλής των γυναικών, κεφαλόδεμα |
| μαξιλάρι | maxilla | το προσκέφαλο |
| μαξιμαλισμός | maximum | απόδοση, σε πράξη ή ιδέα, της μεγαλύτερης δυνατής αξίας, του μεγαλύτερου βαθμού σπουδαιότητας, η αναγωγή στο μάξιμουμ |
| μάξιμουμ | maximum | το μέγιστο όριο |
| μάπα | mappa | το λάχανο, υβριστικά πρόσωπο, φάτσα |
| μάργα | marga | είδος ιζηματογενούς πετρώματος |
| μαργέλι | margellum | κράσπεδο, χείλος |
| μαρκησία/ος | marquis | τίτλος ευγενείας στους Ευρωπαίους |
| μαρούλι | amarula | είδος λαχανικού, θρίδαξ ο ήμερος |
| Μάρτιος | Martius | Mars θεός του πολέμου στον οποίο ήταν αφιερωμένος ο μήνας αυτός |
| μάσκα | masca | προσωπίδα, έκφραση του προσώπου |
| μάστορας/ισσα | magister | μάστορης, αρχιτεχνίτης που διευθύνει εργάτες στην εργασία τους |
| ματεριαλισμός | materialismus | κοσμοθεωρία που δέχεται ως μοναδική ουσία των όντων την ύλη, ο υλισμός |
| ματρόνα | matrona | οικοδέσποινα | (κυρ.) ιδιοκτήτρια οίκου ανοχής, η μαντάμ |
| ματσόλα | mateola | ξύλινη δικέφαλη σφύρα |
| μεδούλι | medulla | ο μυελός των οστών |
| μεμβράνα | membrana | μεμβράνη, κατεργασμένο λεπτό δέρμα ζώου για ποικίλες χρήσεις, λεπτός, ευλύγιστος ιστός, υμένας |
| μέντιουμ | medium | πρόσωπο που χρησιμεύει ως φορέας πνευματιστικών ή μεταψυχικών φαινομένων |
| μεσάλι | mensalium | τραπεζομάντιλο |
| μέσο | medium | κάθε τμήμα ενός συστήματος για τη μετάδοση πληροφοριών |
| μητάτο | metatum | ποιμενική εγκατάσταση ως θερινό κατάλυμα |
| μίλι | milia | μονάδα μήκους μεγάλων αποστάσεων, διαφορετική κατά χώρες και εποχές: το αγγλικό μίλι είναι ίσο με 1.610 μ. περίπου, το ναυτικό με 1.852 μ |
| μιλι- | milli- | πρόθεμα που χρησιμοποιείται διεθνώς στο σύστημα μονάδων μέτρησης, και δηλώνει το ένα χιλιοστό της μονάδας μπροστά από την οποία τίθεται |
| μίνιμουμ | minimum | το ελάχιστο όριο, ο κατώτατος βαθμός |
| μίνιο | minium | χρωστική ουσία έντονα κόκκινη, αποτελούμενη από οξείδια του μολύβδου και άλλων μετάλλων |
| μισεύω | missum | αποδημώ, ξενιτεύομαι |
| μνημούρι | memorium | τάφος, μνήμα |
| μόδι | modius | μέτρο χωρητικότητας σιτηρών και γεν. ξηρών καρπών (ίσο με 8,75 λίτρα) |
| μορατόριουμ | moratorium | πρόσκαιρη αναστολή ενεργειών κατόπιν επίσημης συμφωνίας |
| μοργανατικός | matrimonium ad | ο μεταξύ συζύγου από βασιλική γενιά και κοινής θνητής, κατά τον οποίο ούτε η σύζυγος ούτε τα παιδιά της κληρονομούν τους τίτλους του συζύγου |
| μοστράρω | mostrare | επιδεικνύω, εμφανίζω |
| μούλα | mula | θηλυκό μουλάρι |
| μουλάρι | mulus | ζώο που προέρχεται από τη διασταύρωση γαϊδάρου και φοράδας, ημίονος |
| μούλος | mulus | ο γεννημένος από μη νόμιμο γάμο, νόθος, μπάσταρδος |
| μούργα | amurca | κατακάθι λαδιού ή κρασιού |
| μουρντάρης | merda | άνθρωπος βρομερός, ακόλαστος |
| μουρούνα | morrhua | το ψάρι γάδος ο ονίσκος |
| μούσκλι | musculus | ονομασία διαφόρων ειδών βρύων, μούσκλο |
| μούσκουλο | musculus | το μυώδες μέρος του σώματος των θηλαστικών, ο μυς |
| μούστος | mustum | ο χυμός από τα πατημένα σταφύλια, το γλεύκος |
| μπάκα | bac(c)a | η κοιλιά | διόγκωση του στομάχου ή της κοιλιάς |
| μπιζ | bis | επιφώνημα ακροατών που εκφράζει την επιδοκιμασία και ζητεί από τους ηθοποιούς, μουσικούς ή τραγουδιστές να επαναλάβουν την εκτέλεση κομματιού |
| μπιζάρω | bis | ανακαλώ στη σκηνή ηθοποιούς, μουσικούς κτλ. για να επιδοκιμάσω ξανά με το χειροκρότημα την απόδοσή τους |
| μπινιάρης | binarius | ο δίδυμος |
| μπις | bis | πιφώνημα ακροατών που εκφράζει την επιδοκιμασία και ζητεί από τους ηθοποιούς, μουσικούς ή τραγουδιστές να επαναλάβουν την εκτέλεση κομματιού |
| μπούκα | bucca | στόμιο (πυροβόλου, λιμανιού, υπονόμου κτλ. |
| μπουκαμβίλια | bougainvillea | δενδρύλλιο αναρριχώμενο, με έντονα ανοιχτοκίτρινα, πορτοκαλόχρωμα ή βυσσινόχρωμα άνθη |
| μπούλμπερη | pulvis, -eris | πυρίτιδα | τέφρα, σκόνη |
| μπουμπούνας | Bubona | (= θεά προστάτιδα των βοδιών) χοντροκέφαλος |
| μπουρδουκλώνω | impendiculare | μπερδεύω, ανακατώνω |
| μπούφος | bufus | είδος πουλιού, βύας ο μέγας | ηλίθιος, βλάκας |
| νεραγκούλα | ranuncula | το καλλωπιστικό φυτό βατράχιο |
| νεφάριος | nefarius | ο παράνομος (νομ. για γάμο) |
| νιχιλισμός | nihilismus | μηδενισμός |
| νιχιλιστής/τρια | nihiliste | μηδενιστής/τρα |
| νο(υ)νά/ος | nonnus | ανάδοχος σε βάφτιση |
| νοδάρος | notarius | συμβολαιογράφος, νοτάριος |
| Νοέμβριος | november | ο ενδέκατος μήνας του έτους |
| νομενκλατούρα | nomenclatura | κατάλογος αξιωματούχων, ιδ. σοσιαλιστικού καθεστώτος | η προνομιούχα κοινωνική τάξη των αξιωματούχων |
| νόνα | nonna | η γιαγιά |
| νότα | nota | σημείο της μουσικής κλίμακας, φθογγόσημο | διπλωματική διακοίνωση |
| νουκλεοπρωτεΐνες | nucleus | τάξη πρωτεϊνών μεγάλης σημασίας για τη συμμετοχή τους στις θεμελιώδεις βιολογικές και γενετικές διεργασίες |
| ντε γιούρε | de jure | πολιτικός και διπλωματικός όρος που σημαίνει τη νόμιμα δημιουργημένη κατάσταση |
| ντε φάκτο | de facto | πολιτικός και διπλωματικός όρος που δηλώνει ότι μια πολιτική ή στρατιωτική κατάσταση αναγνωρίζεται ως γεγονός από τα ίδια τα πράγματα |
| ντελικάτος | delicatus | λεπτοκαμωμένος, κομψός |
| ντετερμινισμός | determinismus | φιλοσοφική θεωρία που δέχεται ότι τα πάντα στον κόσμο γίνονται κατά αιτιώδη συνάφεια, αιτιοκρατία |
| ντού(μ)πλεξ | duplex | σύστημα για την ταυτόχρονη αποστολή τηλεγραφημάτων προς δύο διευθύνσεις, κάθε διπλό σύστημα |
| ξάγι | exagium | δοχείο ορισμένης χωρητικότητας σιτηρών, με το οποίο μετριέται το ποσοστό που λαμβάνεται από το μυλωνά ως δικαίωμα αλέσεως, τα αλεστικά, μέτρο πυρίτιδας και σφαιριδίων για τα κυνηγετικά όπλα |
| ξαμώνω | examinare | απλώνω το χέρι για να χτυπήσω, ορμώ, επιτίθεμαι, σημαδεύω |
| ξεφτέρι | accipiter | είδος γερακιού, το κιρκινέζι |
| ξίγκι | axungia | πάχος, λίπος |
| ξόμπλι | exemplum | σχέδιο που χρησιμεύει ως πρότυπο για τη διακόσμηση υφασμάτων | ποίκιλμα, κέντημα |
| οκτάβα | octava | οχτάστιχη στροφή ποιήματος, οχτάβα |
| Οκτώβριος | October | ο όγδοος μήνας του ρωμαϊκού έτους |
| όπτιμουμ | optimum | το άριστο, το καλύτερο | ευνοϊκή θέση, κατάσταση για την επίτευξη ορισμένου αντικειμενικού σκοπού |
| οράριο | orarium | διακριτικό άμφιο του διακόνου από επιμήκη λευκή λωρίδα που αναδιπλώνεται στον αριστερό ώμο |
| ορατόριο | oratorium | μουσική σύνθεση για μονωδία, χορωδία και ορχήστρα βασισμένη σε θρησκευτικό κείμενο |
| όστια | hostia | ο αγιασμένος άζυμος άρτος της καθολικής εκκλησίας |
| ουγκιά | uncia | μονάδα βάρους σε πολλές χώρες (ιδ. στην Αγγλία και Αμερική), ίση με 28,34 γραμμάρια |
| ουλτιμάτο | ultimatum | το τελεσίγραφο |
| ούλτιμο | ultimus | το τελευταίο, το έσχατο |
| ουμανισμός | humanismus | ανθρωπισμός |
| ουνίτης | unus | οι ορθόδοξοι χριστιανοί που αποτελούν την ουνία |
| ουτοπία | utopia | σύστημα, θεωρία, σχέδιο που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, να εφαρμοστεί |
| οφικιάλιος | officialis | αξιωματούχος που είχε ως έργο να διαβιβάζει στους άρχοντες τα αιτήματα του πατριάρχη (στο Βυζάντιο) |
| οφίκιο | officium | αξίωμα, τίτλος |
Λατινικές Λέξεις στα Ελληνικά

